Πρόσκληση να μπω να περπατήσω
τις χάρες της ζωής να βρω
και σαν διψώ εκεί να σταματήσω
να πιω αόρατο μα πάνγλυκο νερό.
Υάκινθοι, μυρτιές και ρόδα
χώμα βρεγμένο φθινοπωρινό
της μάνας μου η φτωχική κολώνια
και του μωρού μου κλάμα βραδινό.
Του ορίζοντα ουράνιο τόξο όλες
και του κορμιού σου θεία μουσική.
Σε σκοτεινιές γωνιές λαβύρινθου
σημάδια άφησα μικρά και μυστικά
τη γεύση από το στήθος σου
τη μελωδία της περπατησιάς σου
τη μυρωδιά από τα χείλη σου
και των μαλλιών σου το άγγιγμα.
Ελάφι εσύ κι εγώ ξοπίσω σου
στο δάσος της ζωής κυνηγητό να παίζουμε.
Στη έξοδο μαζί θα βγούμε
τον ήλιο βρήκαμε ζητωκραυγάζοντας.
Του Κώστα Μ. Σκηνιώτη
Μέλος της εταιρείας Λογοτεχνών